αἰγανέη

αἰγανέη
Grammatical information: f.
Meaning: `hunting spear, javelin' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: For the suffix cf. the names of trees and animal skins in -έη, -έα, μηλέη, πτελέη, κυνέη usw. (Chantr. Form. 91f.). If named after the material, one compares `oak' PGm. *aik-, PIE *aig-, supposed also in αἰγίλωψ (q.v.) and Lat. aesculus; Schrader KZ 30, 461f. Trümpy Krieger. Fachausdrücke 52, 57 explains that it was thrown by a strap; further Vretska Gymnasium 61, 1954, 419. On that basis, Laser Gymnasium 60 (1953) 115-121 connects it with PIE *h₂eig- `move (oneself)', Skt. éjati, for which αἶγες κύματα (s. αἴξ) is compared. Improbable; if ej- belongs to iṅg- (EWAia I\/264), the root had a labio-velar, which makes the connection impossible. To αἰχμή Bechtel Lex.
Page in Frisk: 1,30

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιγανέη — αἰγανέη, η (Α) λόγχη κυνηγετική, ακόντιο (τής ομηρικής εποχης)· [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. παράγωγο ενός τ. *αἴγ ανον, δηλωτικού κάποιου «ριπτομένου οργάνου, ακοντίου» (πρβλ. δρέπ ανον, φάσγ ανον κ.τ.ό.), από την ΙΕ ρίζα *aiĝ («κινούμαι… …   Dictionary of Greek

  • αἰγανέη — hunting spear fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέῃ — αἰγανέη hunting spear fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέαι — αἰγανέη hunting spear fem nom/voc pl αἰγανέᾱͅ , αἰγανέη hunting spear fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέαις — αἰγανέη hunting spear fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέην — αἰγανέη hunting spear fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέης — αἰγανέη hunting spear fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέῃσι — αἰγανέη hunting spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγανέῃσιν — αἰγανέη hunting spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιγίδα — (αιγίς). Κατά την αρχαιότητα, η λέξη υποδήλωνε οποιοδήποτε επιθετικό ή αμυντικό όπλο των θεών και κυρίως του Δία και της Αθηνάς. Ως επιθετικό όπλο σήμαινε το σύννεφο της θύελλας που εξαπέλυε τις αστραπές και περιέκλειε την έννοια της καταιγίδας,… …   Dictionary of Greek

  • αἰγανέα — αἰγανέᾱ , αἰγανέη hunting spear fem nom/voc/acc dual αἰγανέᾱ , αἰγανέη hunting spear fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.